
Νομοθεσία
Κυριότερη νομοθεσία για τις διακρίσεις στην ΕΕ και εθνική νομοθεσία στην Ελλάδα
2.1. Δικαιώματα και υποχρεώσεις σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία κατά των Διακρίσεων
«Η Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών … αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη.» Άρθρο 6 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
H Ευρωπαϊκή Κοινότητα δραστηριοποιείται εδώ και καιρό στην καταπολέμηση των διακρίσεων. Μάλιστα, όταν ιδρύθηκε μια από τις πιο επείγουσες αποστολές της ήταν να συμφιλιώσει μια ήπειρο διχασμένη από εθνικιστικές και εθνοτικές διαμάχες. Επί σειρά ετών στο επίκεντρο βρισκόταν η πρόληψη των διακρίσεων λόγω υπηκοότητας και φύλου. Το 1997 αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς τα κράτη μέλη συμφώνησαν σε ορισμένες εκτεταμένες αλλαγές στη Συνθήκη. Με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ δόθηκαν στην Κοινότητα νέες αρμοδιότητες για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού και αυξήθηκαν οι αρμοδιότητες για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου. Κατά το έτος 2000, το Συμβούλιο ομόφωνα υιοθέτησε δύο οδηγίες και το Κοινοτικό Πρόγραμμα Δράσης.
Η οδηγία 2000/43/EΚ για τη φυλετική ισότητα
Κατεβάστε pdf 116 KB
Η οδηγία 2000/78/EΚ για την ισότητα στην απασχόληση
Κατεβάστε pdf 124 KB
Η οδηγία 2000/43/EΚ για τη φυλετική ισότητα
• Εφαρμόζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.
• Παρέχει προστασία από τις διακρίσεις στην απασχόληση και την κατάρτιση, την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλιση, την υγειονομική περίθαλψη και την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες.
• Περιέχει τον ορισμό της άμεσης και της έμμεσης διάκρισης, της παρενόχλησης και των αντιποίνων.
• Παρέχει στα θύματα διακρίσεων το δικαίωμα να υποβάλλουν καταγγελία μέσω δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας σε συνδυασμό με τις κατάλληλες κυρώσεις για όσους προβαίνουν σε διακρίσεις.
• Μοιράζει το βάρος της αποδείξεως ανάμεσα στον ενάγοντα και στον εναγόμενο σε διαφορές αστικού και διοικητικού δικαίου.
• Προβλέπει την ίδρυση σε κάθε κράτος μέλος οργανισμού για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης και την παροχή ανεξάρτητης συνδρομής στα θύματα φυλετικών διακρίσεων.
Η οδηγία 2000/78/EΚ για την ισότητα στην απασχόληση
• Εφαρμόζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης στην απασχόληση και την κατάρτιση ανεξάρτητα από τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, την αναπηρία, το γενετήσιο προσανατολισμό και την ηλικία.
• Περιλαμβάνει πανομοιότυπες διατάξεις με την οδηγία για τη φυλετική ισότητα σχετικά με τους ορισμούς των διακρίσεων, το δικαίωμα σε ένδικα μέσα και το μοίρασμα του βάρους της αποδείξεως.
• Ζητά από τους εργοδότες να προβαίνουν σε εύλογες προσαρμογές για να ικανοποιούν τις ανάγκες ατόμων με αναπηρίες που διαθέτουν τα προσόντα για την εκτέλεση δεδομένης εργασίας.
• Επιτρέπει ορισμένες εξαιρέσεις από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, π.χ. για τη διατήρηση της δεοντολογίας θρησκευτικών οργανώσεων, ή για την εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων που προωθούν την ένταξη των γηραιότερων ή των νέων εργαζομένων στην αγορά εργασίας.
Οι οδηγίες πρέπει να ενσωματωθούν στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη. Η προθεσμία για την ενσωμάτωση των οδηγιών για τη ισότητα των φύλων είναι 19 Ιουλίου 2003. Η προθεσμία για τους κανόνες σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, την αναπηρία και την ηλικία είναι 2 Δεκεμβρίου 2003. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να ζητήσουν επιπρόσθετο χρονικό διάστημα μέχρι τριών ετών για την προσαρμογή της νομοθεσίας σύμφωνα με τις διατάξεις σχετικά με την αναπηρία και την ηλικία.
2. Εθνική Νομοθεσία στην Ελλάδα
Η ψήφιση του Ν. 3304/2005 για την «εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού» αποτελεί τομή για την προαγωγή της αρχής της ισότητας και την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στη χώρα μας. Το νομοθέτημα αυτό ενισχύει τον ρόλο του Συνηγόρου του Πολίτη, προσθέτοντας νέες αρμοδιότητες που αναμένεται να συμβάλουν στην αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της θεσμικής αποστολής του.
Με τον νόμο αυτόν ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο Οδηγίες της EE: α) η Οδηγία 2000/43/ΕΚ «περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής» στους τομείς της απασχόλησης, της εργασίας, της συμμετοχής σε σωματεία και επαγγελματικές οργανώσεις, καθώς και στην εκπαίδευση, τις κοινωνικές παροχές και την πρόσβαση στη διάθεση και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται στο κοινό, και β) η Οδηγία 2000/78/ΕΚ «για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού» αποκλειστικά στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας.
Οι διατάξεις του νόμου επιδιώκουν να καταπολεμήσουν τα φαινόμενα τόσο της άμεσης όσο και της έμμεσης διάκρισης (άρθρα 3 και 7). Επίσης, παρέχουν ειδική αυτοτελή προστασία έναντι της παρενόχλησης (άρθρο 2, παράγρ. 2) και έναντι της εντολής για διακριτική μεταχείριση (άρθρο 2, παράγρ. 3). Εκτός όμως από την εξειδίκευση των κρίσιμων αυτών εννοιών, οι διατάξεις οργανώνουν, στις βασικές τους γραμμές, ένα σύνθετο και εν μέρει καινοφανές πλέγμα μηχανισμών προστασίας του θιγόμενου προσώπου, που υπερβαίνει κατά πολύ το παραδοσιακό πρότυπο επιβολής κυρώσεων σε εξατομικευμένες περιπτώσεις. Έτσι, μολονότι προβλέπονται, με ασαφή πάντως τρόπο, νέες διευρυμένες διοικητικές και ποινικές κυρώσεις (άρθρα 16 και 17), η έμφαση μετατίθεται στη διαμεσολαβητική δράση ειδικών δημόσιων φορέων για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης, στη δραστηριοποίηση της κοινωνίας των πολιτών τόσο σε επίπεδο ευαισθητοποίησης του κοινού όσο και εκπροσώπησης των θιγομένων, στην πρόβλεψη ειδικών στρατηγικών υλοποίησης για την προώθηση του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου, καθώς και στην ανάληψη θετικών μέτρων.
Οι νέες αυτές μορφές δράσης, τις οποίες προβλέπουν ήδη στο κείμενό τους οι σχετικές Οδηγίες, φαίνεται πράγματι να ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες των «ευπαθών ομάδων» που είναι και οι αποδέκτες της παρεχόμενης προστασίας, στον συχνά δομικό χαρακτήρα των πρακτικών άνισης μεταχείρισης και στην ανάγκη ευρύτερου κοινωνικού συντονισμού για την καταπολέμηση του φαινομένου των διακρίσεων. Ωστόσο, κατά τη συνήθη κανονιστική πρακτική των οργάνων του ελληνικού κράτους, το κείμενο της ενσωμάτωσης ελάχιστα προσθέτει στο ήδη υφιστάμενο ρυθμιστικό περιεχόμενο-πλαίσιο των δύο κοινοτικών Οδηγιών. Έτσι όμως μεταφέρεται στην πράξη αυτούσιο σχεδόν το βάρος της εξειδίκευσης των θεσμικών αυτών καινοτομιών στους εθνικούς φορείς προώθησης και στα εθνικά όργανα εφαρμογής των ρυθμίσεων.
Επιπλέον, ο νόμος 3488/2006 προβλέπει ένα πιο ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης των φύλων στον τομέα της απασχόλησης. Μέσω αυτού του νόμου, η οδηγία 2002/73/EK έχει ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία.


home page





















